σικατίφ

σικατίφ
και σικκατίφ, το, Ν
άκλ. (ξεν. τ.) στεγνωτικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. siccatif < λατ. sicco «στεγνώνω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”